«Μπαμπά, είμαστε φτωχοί;» «Όχι, αγάπη μου. Πλούσιοι είμαστε, απλώς δεν έχουμε πολλά λεφτά.»

Γράφει ο π.Αντώνιος Χατζηκωστής

Η ερώτηση πίσω από την ερώτηση

   «Μπαμπά, είμαστε φτωχοί;» Μια ερώτηση τόσο απλή, κι όμως τόσο δύσκολη. Μια ερώτηση που μπορεί να γεννηθεί στο μυαλό ενός παιδιού όταν κοιτάξει το καινούργιο κινητό του συμμαθητή του, όταν ακούσει ότι ένας φίλος του θα ταξιδέψει στο εξωτερικό, όταν δει ένα μεγαλύτερο σπίτι, ένα ακριβότερο αυτοκίνητο ή όταν καταλάβει ότι η δική του οικογένεια δεν μπορεί να αγοράσει όλα όσα αγοράζουν οι άλλοι. Και τότε ο γονιός καλείται να απαντήσει. Όχι μόνο σε μια οικονομική ερώτηση, αλλά σε μια βαθύτερη ψυχολογική ανάγκη: «Έχουμε λιγότερη αξία επειδή έχουμε λιγότερα;». Ίσως λοιπόν μία από τις ομορφότερες απαντήσεις να είναι: «Όχι, αγάπη μου. Πλούσιοι είμαστε, απλώς δεν έχουμε πολλά λεφτά».

Από το «έχω» στο «είμαι»

   Τα παιδιά αντιλαμβάνονται πολύ νωρίτερα απ’ όσο νομίζουμε τις κοινωνικές και οικονομικές διαφορές. Παρατηρούν, συγκρίνουν και δημιουργούν συμπεράσματα. Η κοινωνική σύγκριση αποτελεί φυσικό μέρος της ανθρώπινης ανάπτυξης. Το παιδί βλέπει τι έχει ο άλλος και αναρωτιέται τι σημαίνει αυτό για το ίδιο. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη σύγκριση αυτή καθαυτή, αλλά στο νόημα που θα της δώσει. «Ο Γιάννης έχει καλύτερα παπούτσια από εμένα» είναι μια παρατήρηση. «Άρα ο Γιάννης είναι καλύτερος από εμένα» είναι πλέον μια ερμηνεία. Και όταν η ερμηνεία επαναλαμβάνεται, μπορεί σταδιακά να γίνει πεποίθηση: «Όποιος έχει περισσότερα αξίζει περισσότερο».

   Εδώ ακριβώς χρειάζεται η παρουσία του γονέα. Όχι για να πει στο παιδί ότι τα χρήματα δεν έχουν καμία σημασία. Αυτό θα ήταν ανακριβές. Τα χρήματα είναι σημαντικά. Προσφέρουν ασφάλεια, πρόσβαση σε αγαθά, εκπαίδευση, εμπειρίες και πολλές φορές καλύτερες συνθήκες ζωής. Δεν είναι όμως μέτρο της ανθρώπινης αξίας. Άλλο το «έχω» και άλλο το «είμαι». Ένα παιδί χρειάζεται να μάθει να διαχωρίζει την οικονομική δυνατότητα από την προσωπική του αξία.

Όταν η σύγκριση αγγίζει την αυτοεκτίμηση

   Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) μάς βοηθά να κατανοήσουμε ακριβώς αυτή τη διαδικασία. Δεν αντιδρούμε μόνο σε αυτό που συμβαίνει, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε αυτό που συμβαίνει. Ένα παιδί βλέπει τον συμμαθητή του με ένα ακριβό κινητό. Αυτό είναι το γεγονός. Η σκέψη μπορεί να είναι: «Οι γονείς μου δεν μπορούν να μου το πάρουν». Το συναίσθημα μπορεί να είναι λύπη, ντροπή, ζήλια ή θυμός. Αν όμως ακολουθήσει η σκέψη «άρα είμαστε κατώτεροι», τότε το παιδί δεν βιώνει απλώς μια οικονομική διαφορά· βιώνει μια απειλή απέναντι στην ίδια του την αυτοεκτίμηση.

   Εκεί ο γονιός μπορεί να χρησιμοποιήσει, ακόμη και χωρίς να γνωρίζει τον όρο, τη σωκρατική διερεύνηση. Αντί να πει αμέσως «μη λες βλακείες», μπορεί να ρωτήσει: «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι επειδή κάποιος έχει ακριβότερα πράγματα είναι και καλύτερος άνθρωπος;», «Αν ένας φίλος σου δεν είχε χρήματα, θα τον αγαπούσες λιγότερο;», «Τι είναι αυτό που αγαπάς περισσότερο στον καλύτερό σου φίλο; Τα πράγματά του ή τον τρόπο που σου φέρεται;», «Ποια πράγματα έχουμε εμείς που δεν αγοράζονται;». Με αυτές τις ερωτήσεις δεν επιβάλλουμε στο παιδί μια έτοιμη απάντηση. Το βοηθάμε να εξετάσει μόνο του τη σκέψη του και να δημιουργήσει μια πιο ισορροπημένη αντίληψη.

Όταν η οικονομική διαφορά γίνεται εσωτερικό σχήμα

   Η θεωρία των Πρώιμων Δυσλειτουργικών Σχημάτων του Jeffrey Young μάς οδηγεί ακόμη βαθύτερα. Οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να συμβάλουν στη δημιουργία βαθύτερων σχημάτων για τον εαυτό, τους άλλους και τον κόσμο. Ένα παιδί που βιώνει συνεχώς τις οικονομικές διαφορές ως προσωπική μειονεξία μπορεί να αρχίσει να οργανώνει τις εμπειρίες του γύρω από ένα σχήμα Ελαττωματικότητας/Ντροπής: «Κάτι μου λείπει. Δεν είμαι αρκετός». Μπορεί επίσης να ενεργοποιηθεί το σχήμα της Κοινωνικής Απομόνωσης/Αποξένωσης: «Δεν ανήκω στους άλλους. Είμαι διαφορετικός». Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να αγγίξει το σχήμα της Αποτυχίας: «Οι άλλοι είναι πιο επιτυχημένοι. Εγώ θα είμαι πάντα πίσω».

   Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί μιας οικογένειας με οικονομικές δυσκολίες θα αναπτύξει δυσλειτουργικά σχήματα. Η οικονομική δυσκολία από μόνη της δεν καθορίζει την ψυχική ανάπτυξη. Καθοριστικό ρόλο παίζει το νόημα που αποκτά μέσα στην οικογένεια. Αν το παιδί ακούει καθημερινά «δεν έχουμε», «δεν μπορούμε», «οι άλλοι είναι καλύτερα από εμάς», «εμείς είμαστε άτυχοι», μπορεί να αρχίσει να βλέπει τον κόσμο μέσα από το φίλτρο της στέρησης. Αντίθετα, μπορεί να ακούσει: «Αυτό τώρα δεν μπορούμε να το αγοράσουμε, αλλά αυτό δεν λέει τίποτα για την αξία μας». Η πραγματικότητα παραμένει ίδια, όμως αλλάζει ριζικά το ψυχολογικό μήνυμα.

Το Ευάλωτο Παιδί και η ανάγκη για ασφάλεια

   Μέσα από τα Schema Modes, που μπορούν να γίνουν κατανοητά ως διαφορετικές καταστάσεις ή «μέρη» του εαυτού, μπορούμε να καταλάβουμε και την ένταση της αντίδρασης του παιδιού. Όταν νιώθει μειονεκτικά, μπορεί να ενεργοποιείται το Ευάλωτο Παιδί: «Οι άλλοι έχουν περισσότερα. Εγώ δεν αξίζω αρκετά». Μπορεί όμως να εμφανιστεί και το Θυμωμένο Παιδί: «Γιατί εγώ δεν έχω; Γιατί όλοι οι άλλοι μπορούν; Είναι άδικο!». Ο γονιός δεν χρειάζεται ούτε να γελοιοποιήσει αυτό το συναίσθημα ούτε να το ικανοποιήσει αγοράζοντας αμέσως αυτό που ζητά το παιδί. Χρειάζεται πρώτα να το αναγνωρίσει: «Καταλαβαίνω ότι στενοχωριέσαι. Καταλαβαίνω ότι θα το ήθελες κι εσύ». Η αποδοχή του συναισθήματος δεν σημαίνει αποδοχή κάθε απαίτησης.

   Εδώ συναντάμε και τη σημασία του ασφαλούς δεσμού. Το παιδί χρειάζεται να νιώθει ότι, ακόμη κι όταν δεν παίρνει αυτό που θέλει, δεν χάνει την αγάπη, την προσοχή και τη συναισθηματική διαθεσιμότητα των γονιών του. Η πραγματική ασφάλεια δεν δημιουργείται μόνο από το πόσα πράγματα υπάρχουν μέσα σε ένα σπίτι. Δημιουργείται και από τη βεβαιότητα: «Όταν φοβάμαι, κάποιος θα με ακούσει. Όταν στενοχωριέμαι, κάποιος θα με αγκαλιάσει. Όταν αποτύχω, δεν θα πάψουν να με αγαπούν. Όταν δεν έχω αυτό που έχουν οι άλλοι, εξακολουθώ να ανήκω εδώ».

Όταν ο γονιός κουβαλά τη δική του στέρηση

   Αυτό είναι και το σημείο όπου χρειάζεται προσοχή από τους ίδιους τους γονείς. Πολλές φορές δεν είναι το παιδί που φοβάται πρώτο τη φτώχεια. Είναι ο γονιός. Ο ενήλικας μπορεί να κουβαλά δικές του πληγές, στερήσεις και σχήματα από την παιδική του ηλικία και, χωρίς να το καταλαβαίνει, να τα μεταφέρει στο παιδί. Ένας πατέρας που μεγάλωσε νιώθοντας μειονεκτικά επειδή δεν είχε όσα είχαν οι συμμαθητές του μπορεί να αισθάνεται ενοχή κάθε φορά που δεν μπορεί να αγοράσει κάτι στο δικό του παιδί. Και τότε ίσως προσπαθεί να θεραπεύσει τη δική του παλιά πληγή μέσα από τις αγορές του σήμερα.

   Γι’ αυτό αξίζει ο γονιός να κάνει και στον εαυτό του μερικές σωκρατικές ερωτήσεις: «Γιατί αισθάνομαι αποτυχημένος όταν δεν μπορώ να του αγοράσω κάτι;», «Ποιος μου έμαθε ότι καλός γονιός είναι αυτός που παρέχει τα πάντα;», «Τι θα θυμάται το παιδί μου όταν μεγαλώσει; Το παιχνίδι που δεν του αγόρασα ή τον τρόπο που το έκανα να αισθάνεται μέσα στο σπίτι;», «Προσπαθώ να καλύψω μια πραγματική ανάγκη του παιδιού ή μια δική μου παλιά ενοχή;». Αυτές οι ερωτήσεις πολλές φορές αποκαλύπτουν ότι πίσω από την υπερκατανάλωση ενός γονέα δεν βρίσκεται η ανάγκη του παιδιού, αλλά το δικό του πληγωμένο παιδικό κομμάτι

Τι σημαίνει πραγματικός πλούτος για ένα παιδί

   Ο πραγματικός πλούτος στα μάτια ενός παιδιού δεν είναι μια αφηρημένη φιλοσοφική έννοια. Είναι συγκεκριμένες εμπειρίες. Είναι ένα σπίτι όπου αισθάνεται ασφαλές. Ένας γονιός που έχει χρόνο να το ακούσει. Ένα τραπέζι όπου μπορούν να μιλήσουν. Ένα «είμαι περήφανος για την προσπάθειά σου» όταν αποτυγχάνει. Μια αγκαλιά όταν φοβάται. Ένα παιχνίδι μαζί. Μια βόλτα. Ένα αστείο που θα θυμούνται χρόνια μετά. Είναι η εμπειρία ότι «η παρουσία μου έχει αξία ακόμη κι όταν δεν πετυχαίνω, ακόμη κι όταν δεν είμαι πρώτος, ακόμη κι όταν δεν έχω όσα έχουν οι άλλοι».

   Βέβαια, δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε τη φτώχεια ούτε να παρουσιάσουμε την οικονομική δυσκολία ως κάτι όμορφο. Η οικονομική ανασφάλεια μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά μια οικογένεια και να δημιουργήσει πραγματικό άγχος. Το ζητούμενο δεν είναι να πούμε στο παιδί «τα χρήματα δεν έχουν σημασία». Το ζητούμενο είναι να του μάθουμε ότι τα χρήματα έχουν αξία, αλλά δεν καθορίζουν την αξία του ανθρώπου. Είναι εργαλείο ζωής, όχι ταυτότητα.

   Έτσι μπορούμε να διδάξουμε και την ευγνωμοσύνη χωρίς να ακυρώνουμε την επιθυμία. Το παιδί μπορεί να θέλει κάτι περισσότερο και ταυτόχρονα να εκτιμά όσα έχει. Μπορούμε να του πούμε: «Καταλαβαίνω ότι το θέλεις. Κι εγώ θα ήθελα να μπορούμε να το πάρουμε. Αυτή τη στιγμή όμως δεν γίνεται». Αυτή η απάντηση είναι πολύ διαφορετική από το «μη ζητάς, δεν έχουμε λεφτά». Η πρώτη αναγνωρίζει την επιθυμία, βάζει όριο και διατηρεί την αξιοπρέπεια. Η δεύτερη μπορεί να μετατρέψει μια απλή οικονομική αδυναμία σε ντροπή.

Το μάθημα που μένει για μια ζωή

   Και ίσως τελικά αυτή η μικρή συζήτηση να είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα ζωής που μπορεί να πάρει ένα παιδί. Γιατί μια μέρα θα μεγαλώσει και θα βρεθεί σε έναν κόσμο που συνεχώς θα του λέει ότι χρειάζεται κάτι περισσότερο για να είναι αρκετό: περισσότερα χρήματα, καλύτερο αυτοκίνητο, μεγαλύτερο σπίτι, περισσότερους ακολούθους, καλύτερο σώμα, μεγαλύτερη επαγγελματική επιτυχία. Αν όμως μέσα του έχει χτιστεί μια σταθερή αίσθηση προσωπικής αξίας, θα μπορεί να επιθυμεί, να προσπαθεί και να εξελίσσεται χωρίς να πιστεύει ότι η αξία του εξαρτάται από όσα κατέχει.

   Ίσως λοιπόν, όταν ένα παιδί ρωτήσει «Μπαμπά, είμαστε φτωχοί;», να μη χρειάζεται μια διάλεξη για τα οικονομικά. Χρειάζεται μια αληθινή απάντηση και μια ανοιχτή αγκαλιά. «Μπορεί να μην έχουμε όσα έχουν κάποιοι άλλοι. Μπορεί να υπάρχουν πράγματα που σήμερα δεν μπορούμε να αγοράσουμε. Αλλά κοίτα γύρω σου. Έχουμε ανθρώπους που μας αγαπούν. Έχουμε ένα σπίτι όπου μπορούμε να γελάσουμε, να κλάψουμε, να θυμώσουμε και να ξαναβρούμε ο ένας τον άλλον. Έχουμε χρόνο, στιγμές, σχέσεις, αγάπη και αξιοπρέπεια. Και πάνω απ’ όλα, η αξία σου δεν θα μετρηθεί ποτέ από την τιμή των πραγμάτων που κρατάς στα χέρια σου».

   Γιατί τελικά μπορεί κάποιος να έχει πολλά και να αισθάνεται διαρκώς φτωχός. Και μπορεί κάποιος άλλος να μην έχει πολλά χρήματα, αλλά να έχει μάθει να αναγνωρίζει όσα πραγματικά δίνουν νόημα στη ζωή. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο που μπορούμε να διδάξουμε στα παιδιά μας: «Μπορεί να μην έχω όλα όσα θέλω. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μου λείπει η αξία. Δεν είμαι αυτά που έχω. Είμαι αυτός που είμαι, οι άνθρωποι που αγαπώ, οι σχέσεις που δημιουργώ και ο τρόπος που επιλέγω να στέκομαι απέναντι στη ζωή».

   Και τότε η φράση «Πλούσιοι είμαστε, απλώς δεν έχουμε πολλά λεφτά» παύει να είναι ένα όμορφο λογοπαίγνιο.

Γίνεται στάση ζωής.

Βιβλιογραφία

Berne, E. (1961). Transactional analysis in psychotherapy: A systematic individual and social psychiatry. Grove Press.

Furnham, A. (1984). Many sides of the coin: The psychology of money usage. Personality and Individual Differences, 5(5), 501–509.

Klontz, B., Britt, S. L., Mentzer, J., & Klontz, T. (2011). Money beliefs and financial behaviors: Development of the Klontz Money Script Inventory. Journal of Financial Therapy, 2(1), 1–22.

Serido, J., Shim, S., Mishra, A., & Tang, C. (2010). Financial parenting, financial coping behaviors, and well-being of emerging adults. Family Relations, 59(4), 453–464.

Webley, P., & Nyhus, E. K. (2006). Parents’ influence on children’s future orientation and saving. Journal of Economic Psychology, 27(1), 140–164.

Young, J. E., Klosko, J. S., & Weishaar, M. E. (2003). Schema therapy: A practitioner’s guide. Guilford Press.

Close